Στο αριστούργημα αυτό του Κιαροστάμι, το οποίο τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα, δεν θολώνουν απλά. Σβήνουν εντελώς. Όλοι «υποδύονται» τους εαυτούς τους σε μια πραγματική ιστορία. Ακόμη και ο Κιαροστάμι, υποδύεται το σκηνοθέτη της ίδιας του της ταινίας!
Ο Αλί Σαμπζιάν είναι ένας άνεργος νέος που λατρεύει το σινεμά. Μια μέρα, καθισμένος στο λεωφορείο διαβάζει το σενάριο της ταινίας Ο Ποδηλάτης (1987) του Μαχμαλμπάφ. Η κυρία που κάθεται ακριβώς δίπλα του εκδηλώνει ενδιαφέρον για το βιβλίο. Ο Αλί, για να την εντυπωσιάσει, της λέει ότι είναι ο Μαχμαλμπάφ. Αυτή τον πιστεύει, γνωρίζονται και σύντομα ο Αλί εισχωρεί στην οικογένειά της. Κάποια στιγμή μάλιστα, υπόσχεται ότι θα βρει ρόλο στον αδερφό της, ότι ίσως θα χρησιμοποιήσει το σπίτι τους για τα γυρίσματα και, τέλος, ζητάει και παίρνει και κάποια λεφτά τα οποία υποτίθεται ότι θα χρησιμοποιήσει για την ταινία.
Γρήγορα ο πατέρας της οικογένειας θα αντιληφθεί το ψέμα και ο Αλί οδηγείται σε δίκη. Στην πραγματική δίκη, η κάμερα του Κιαροστάμι είναι παρούσα και ο σκηνοθέτης, σε μία από τις αξέχαστες στιγμές της ταινίας/ντοκιμαντέρ, θέτει ερωτήσεις στον κατηγορούμενο/ηθοποιό του, πράγμα το οποίο επιτρέπεται στα δικαστήρια του Ιράν (ελλείψει δικηγόρων). Ο δικαστής πείθει την οικογένεια να αποσύρει τις καταγγελίες από τον άνεργο Αλί και στο τέλος ο «πραγματικός» Μαχμαλμπάφ συναντιέται με τον συγκινημένο και μετανοημένο Αλί. Ο Κιαροστάμι αφήνει την πραγματικότητα να εισχωρήσει στην ταινία, αναδεικνύοντάς τη σε κύρια εκφραστική της φόρμα. Τα λάθη, που σύμφωνα με τους συμβατικούς κανόνες του διηγηματικού σινεμά είναι αδιανόητα, στην ταινία του Κιαροστάμι αποτελούν την αισθητική βάση του φιλμ, δίνοντας στο πραγματικό μια διάσταση έως τότε ανείπωτη. Η αλήθεια των περισσότερων στιγμών εισχωρεί τόσο βαθειά στην κοινωνική πραγματικότητα του Ιράν, αποδεικνύοντας άγνωστες δυνάμεις της κινηματογραφικής διαδικασίας. Το διαμάντι αυτό του ιρανικού σινεμά, σφραγίζει με πάταγο τον παγκόσμιο χαρακτήρα του πραγματικού.